Αρκετά ζευγάρια θεωρούν ότι έχουν προβλήματα στη σχέση τους, επειδή καβγαδίζουν. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι οι καβγάδες. Είναι φυσιολογικό δύο άνθρωποι που προέρχονται από διαφορετικές οικογένειες και έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες, πεποιθήσεις και αξίες να διαφωνούν και να καβγαδίζουν. Αυτό που μπορεί να γίνει πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι καβγάδες.

 

Υπάρχουν τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία, σύμφωνα με τους Gottman και Gottman, εμφανίζουν οι καβγάδες που είναι δυσλειτουργικοί για μία σχέση.

  • Η κριτική. “Εσύ φταις!”, “Όλα λάθος τα κάνεις!”, “Πάλι τα ίδια κάνεις!”, “Κοίτα που μας οδήγησες!”   

Οι εκφράσεις αυτές αποτελούν παραδείγματα άσκησης κριτικής, ρίχνοντας το φταίξιμο και την ευθύνη στον έναν. Με τον τρόπο αυτό ο άλλος αρνείται τη δική του συμβολή στο πρόβλημα. Με την κριτική, που του ασκείται, ο σύντροφος μπορεί να αισθανθεί επίθεση ή/και ενοχή και να θελήσει να αμυνθεί, αρχίζοντας και εκείνος την κριτική απέναντι στο σύντροφό του. Έτσι, ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος με κατηγορίες, οι οποίες προκαλούν αισθήματα ματαίωσης, θυμού, θλίψης και απογοήτευσης, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

  •  Η απόσυρση. “Λέγε ό,τι θες. Εγώ κουράστηκα! φεύγω!”, “Δεν είναι ώρα για αυτά τώρα! Έχω δουλειά!”, “Πονάει το κεφάλι μου! Πάω μέσα!”, “Το παιδί γύρισε από το σχολείο;”                                               

Πολύ συχνά όταν ο ένας σύντροφος ξεκινάει έναν καβγά, ο άλλος προσπαθεί να τον αποφύγει με το να μην ακούει, φεύγοντας ή αλλάζοντας το θέμα. Με τον τρόπο αυτό κάνει το σύντροφό του να αισθάνεται μόνος του σε όλο αυτό, αυξάνει το θυμό και τη ματαίωση του και του δίνει την αίσθηση ότι αυτά που έχει να πει είναι ασήμαντα ή ότι ο σύντροφός του δεν πρόκειται να τον αισθανθεί και να τον καταλάβει. Επομένως, απογοητεύεται, παραιτείται και το πρόβλημα μένει άλυτο.

  • Η αμυντικότητα. “Δεν ισχύει αυτό που λες!”, “Εσύ το ξεκίνησες!”, “Δε σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή!”, “Όλοι κάνουν λάθη! Πώς κάνεις έτσι;”, “Εντάξει έχεις δίκιο! Τι θα φάμε σήμερα;”

Συχνά, οι άνθρωποι όταν αισθάνονται ότι τους κατηγορούν θέλουν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους όσο πιο γρήγορα γίνεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αμύνονται, ακυρώνοντας την ύπαρξη του προβλήματος, προβάλλοντας τα αίτια του σε άλλους, βρίσκοντας δικαιολογίες, υποβιβάζοντας τη σπουδαιότητα του θέματος, γενικεύοντας, μιλώντας θεωρητικά ή δίνοντας κατευθείαν δίκιο στον άλλον χωρίς να το εννοούν. Με τον τρόπο αυτό ο άλλος αισθάνεται ότι ο σύντροφός του δεν τον παίρνει στα σοβαρά, θυμώνει, απογοητεύεται, το πρόβλημα δε λύνεται και σε επόμενο καβγά η σύγκρουση είναι μεγαλύτερη.

  • Η περιφρόνηση. “Ακόμα και ένα παιδί 5 χρονών θα μπορούσε να το χειριστεί καλύτερα!”, “Πότε επιτέλους θα γίνεις άνθρωπος;”, “Ούτε ένας ανόητος δε θα φερόταν έτσι!”                                           

Πρόκειται για την πιο δυσλειτουργική συμπεριφορά σε έναν καβγά. Με την περιφρόνηση ο σύντροφος υπονοεί ότι εκείνος είναι καλύτερος από τον άλλον και επιπλέον τον κάνει να αισθάνεται “σκουπίδι”. Όταν ο σύντροφος αισθάνεται υποτίμηση και απαξίωση σίγουρα δεν έχει διάθεση να ακούσει τον άλλον, να τον καταλάβει, να τον συναισθανθεί, πόσο μάλλον να λύσει το πρόβλημα. Αισθάνεται ότι είναι μάταιο να προσπαθήσει, αφού ο σύντροφός του έχει τόσο άσχημη εικόνα για εκείνον. Έτσι, ο καβγάς καταλήγει σε αδιέξοδο.

 

Πώς, λοιπόν, μπορεί ένας καβγάς να γίνει βοηθητικός για τη σχέση;

  • Σκοπός δεν είναι να δούμε ποιος φταίει ή ποιος φταίει περισσότερο. Σκοπός είναι να αναγνωρίσει ο καθένας τη δική του ευθύνη και να αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις. Επίσης, σκοπός είναι να κάνει κατανοητό ο ένας στον άλλον τι είναι αυτό που τον πληγώνει ή τον ενοχλεί, προκειμένου να αναζητήσουν εναλλακτικές. Αναγνωρίζοντας ο καθένας τη δική του ευθύνη, ανακουφίζονται και οι δύο με αποτέλεσμα να έρχονται ξανά κοντά και συνεργάζονται για να βρουν από κοινού μία λύση που θα τους ικανοποιεί εξίσου.
  • Για να λυθεί μία παρεξήγηση χρειάζεται ο κάθε σύντροφος να ακούσει τον άλλο και να του δώσει σημασία, ώστε να τον κάνει να αισθανθεί σημαντικός, ότι τον “υπολογίζει” και να του δείξει ότι έχει διάθεση να λυθεί το πρόβλημα. Όταν ακούσει ο ένας τον άλλον προσεκτικά, ακόμα και αν δε λυθεί εκείνη την ώρα το πρόβλημα, οι σύντροφοι αισθάνονται ανακούφιση, ότι τους “έφυγε ένα βάρος”. Νιώθουν ότι ήρθαν πάλι κοντά, καθώς έδωσε αξία ο ένας στον άλλο.
  • Οι σύντροφοι χρειάζεται να αισθανθούν κατανόηση. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να γίνει αποδεκτό το πρόβλημα και η ύπαρξή του και από τους δύο. Είναι ανακουφιστικό οι σύντροφοι να εκφράσουν ότι δεν υπήρχε πρόθεση να πληγώσει ο ένας τον άλλον. Επίσης, είναι σημαντικό ο σύντροφος όχι μόνο να αποδεχτεί τη συμπεριφορά του αλλά και να προσπαθήσει να εξηγήσει στο σύντροφό του τι τον οδήγησε σε αυτή τη συμπεριφορά, καθώς και το πώς νιώθει ο ίδιος με αυτή. Με τον τρόπο αυτό καταπραΰνεται ο θυμός και ο κάθε σύντροφος μπορεί να συναισθανθεί τη δύσκολη θέση του άλλου.
  • Ο σύντροφος για να καταλάβει τον άλλον χρειάζεται ο άλλος να εκφράσει τον πόνο ή την ενόχλησή του και όχι να προκαλέσει πόνο στο σύντροφό του. Αν εκφράσει το πώς νιώθει και το πόσο σημαντικό είναι κάτι γι’ αυτόν, ο άλλος θα τον ακούσει. Επίσης, όταν κάτι συμβαίνει, από το να ακυρώσει συνολικά τον άλλον, είναι πολύ βοηθητικό να εκτιμήσει τη συνολική συμπεριφορά διαχωρίζοντάς την από τη συμπεριφορά που τον πλήγωσε.
  • Το να παραδεχτούμε το λάθος μας δε σημαίνει ότι ο άλλος νίκησε. Δεν πρόκειται για μία μάχη. Πρόκειται για τη σχέση μας, για τον άνθρωπο που αγαπάμε. Το παράπονο του άλλου ίσως είναι μία ευκαιρία για αυτογνωσία και αυτοβελτίωση. Αν, όμως, πάρει κάποια άλλη μορφή (κριτική, περιφρόνηση, κατηγορία), μας απομακρύνει από το σύντροφό μας και δυσκολεύει τη σχέση.
  • Προσοχή! Τα λόγια πληγώνουν. Είναι πολύ διαφορετικό να λέμε στον άλλον “είσαι κάτι” από το να λέμε “έκανες κάτι”. Ας μπούμε στη θέση του άλλου και ας του μιλήσουμε όπως θα θέλαμε να μας μιλήσει και εκείνος.

About the Author

Γιώτα Κατεβαίνη ()

Call Now ButtonΚλείστε μία συνεδρία